Το Ασκληπιείο της Κω
Η ράχη τοῦ βουνοῦ ἀντικρύ στο πέλαγος, στὸν οὐρανό κολῶνες, μάρμαρα κι' ἀγάλματα. δάσος λευκό - καὶ φόντο σκοτεινό
τὰ κυπαρίσσια ποὺ σπαθίζουν τὸ πόλο ἴσια πρὸς τὸ Θεό.
Πλῆθος ἀνώνυμο - ἁπλωτά χέρια σὲ ἀνείπωτη ἱκεσία σαννὰ περάσαν, κάμπους, πέλαγα
φθάσαν σὲ τούτη τὴν κορφή, φθάσανε οἱ ἄρρωστοι, τὸ πλῆθος
στὸ σμαραγδένιο τὸ νησί.
Μέσ᾿ ἀπ' τὸ δάσος τὸ λευκό τῶν ἀγαλμάτων ξεπροβάλλει πρᾶος, γλυκύς, δυνατός, ἤρεμος κάποιος θνητὸς ἢ κάποιος θεὸς
-τὰ χέρια τ' ἀπλωμένα δάσος-
Ιπποκράτης ὁ γιατρός.
«Πονάμε, θέλομε γιατρειά! θνητέ ἢ θεέ, σὲ προσκυνοῦμε! φωτερό κι ἤρεμο χαμόγελο μιὰ γρήγορη ματιά - σαϊτιά γοργὸ τὸ χέρι του στὸ μάρμαρο δυὸ λόγια χάραξε βαθειά.
Κι' ἦλθαν οἱ αἰῶνες κι' οἱ σεισμοί.
κατρακυλῆσαν οἱ κολώνες καὶ ἐγκρεμιστήκανε τ' ἀγάλματα, καὶ τὸ χορτάρι ἀναρριγεῖ στὴν ποτισμένη ἀπὸ τὸν πόνο κι' ἀπὸ τὸ πνεῦμα τούτη γῆ.
Μὰ ὡς σουρουπώνει καὶ χρυσὲς λιαχτίδες νὰ σὲ προσκυνήσουν πέφτουν, κι' ἀψὺ Αἰγαιοπελαγίτικο
ἀγέρι φθάνει, ζωντανές, τῆς θύμησης νὰ ξεσηκώση νὰ σμίξουν θρύλοι κι ἐποχές
Κι' ὡς εἶναι ὁ πόνος ξωτικό ποὺ δὲν πεθαίνει τὴν ψυχή σου
στὸ σκαλιστὸ αὐτὸ γύρα μάρμαρο
νὰ στέλνει μήνυμα θεϊκὸ ὅλους τῆς γῆς τοὺς πονεμένους
Ω Ιπποκράτη ἀπὸ τὴν Κῶ.
Ιωάννα Αναγνώστου Μπουκουβάλα
Κως , 1954
Εφημερίδα Τουριστική Κως
